Οι σχέσεις του Νοράν, με τους ανθρώπους που είχε στη δούλεψη του, ήταν άριστες και πάρα πολλοί από τους ντόπιους, ήθελαν να συνεργασθούν μαζί του. Έτσι αγόρασε και άλλα κτήματα γύρω από το χαρτζάνι και έφτασε σχεδόν μέχρι το λυκόρεμα (απόσταση δυο χιλιομέτρων δυτικά από το σπίτι του). Τους πρώην ιδιοκτήτες των κτημάτων, αφού τους πλήρωσε την αξία των περιουσιών τους, τους άφησε να τα καλλιεργούν και να παίρνουν το 50% των εσόδων, από τη σοδειά.
Οι πρώην ιδιοκτήτες των κτημάτων, δούλευαν σχεδόν για τη δική τους περιουσία. Στην πραγματικότητα ήταν κολίγοι που είχαν το δικαίωμα την «κολιγιά» να την κληρωνόμουν στα παιδιά τους. Αν όμως ένας από αυτούς, ήθελε να την πουλήσει σε ξένο, έπρεπε να συμφωνήσει και ο Χατζηεμμανουήλ γι’ αυτό. Παράλληλα, αποφάσισε να τους προστατεύσει από τους πολύ ενοχλητικούς πειρατές.
Οι πειρατές την εποχή αυτή, ήταν το μεγάλο πρόβλημα, όχι μόνο των Καρυστινών, αλλά όλων των νησιωτών και των παραλιακών ακτών του Αιγαίου. Οι πειρατές ήταν, από τη Μαυριτανία, την Αίγυπτο και γενικά από τις Αραβικές χώρες, χωρίς να υστερούν και πειρατές από την Ελλάδα.
Ο μεγάλος κόλπος της Καρύστου, ακόμη και σήμερα, είναι καταφύγιο των διερχομένων πλοίων, σε μεγάλες φουρτούνες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να περάσουν το ακρωτήριο του Καφηρέα (σημερινό Κάβο Ντόρο). Έτσι, πολλές φορές και τα πειρατικά πλοία, αναγκάζονταν να προσεγγίσουν στον όρμο της Καρύστου, για να προφυλαχθούν από τη θαλασσοταραχή και με την ευκαιρία έβγαιναν στην πόλη για πλιάτσικο και τρόφιμα.
Η μικρή αστυνομική δύναμη της πόλης, που είχε ορίσει το Βυζάντιο, δεν ήταν σε θέση να τους αντιμετωπίσει και οι πειρατές μπαινόβγαιναν με μεγάλη ευκολία στην Κάρυστο. Από πλευράς πλοίων, τα μόνα που διέθεταν οι Καρυστινοί ήταν μικρά ψαράδικα που δεν ήταν σε θέση, να ναυμαχήσουν με τα μεγάλα πειρατικά σκαριά.
Ο Νοράν, αντιμετώπισε αμέσως το πρόβλημα, που τον ενδιέφερε και προσωπικά για τα κτήματα του. Επειδή, είχε αρκετή στρατιωτική πείρα από το Βυζαντινό στρατό, αλλά και από τη δραστηριότητα του σαν ληστής, σκέφθηκε πως πρέπει να τους αντιμετωπίσει ριζικά.
Το σχέδιο αντιμετώπισης των πειρατών, που κατέστρωσε ήταν το ακόλουθο. Αγόρασε σύγχρονα όπλα από τα γύρω νησιά και έφερε και τρεις απόστρατους αξιωματικούς από την Ιταλία, πού ανέλαβαν να εκπαιδεύσουν τους κολίγους του. Ο αριθμός των κολίγων έφτανε πλέον τους 500. Η εκπαίδευση, γινόταν δυο φορές την εβδομάδα και σ’ αυτήν, έπαιρναν μέρος όλοι οι άνδρες κολίγοι αλλά και άλλοι που δεν ήταν κολίγοι, από 15 χρόνων και πάνω, εθελοντικά.
Η καινοτομία ήταν, ότι σ’ αυτήν την εκπαίδευση, μπορούσαν να συμμετέχουν και οι γυναίκες, αν ήθελαν. Και πραγματικά δεν ήταν λίγες οι γυναίκες, κυρίως οι νέες κοπέλες, που δέχθηκαν με προθυμία την πρόταση του άρχοντα Μανόλη.
Ένας άλλος λόγος, που οδήγησε τους Καρυστινούς, στην εθελουσία αυτή στράτευση ήταν, ότι όταν είχαν ημέρα στρατιωτικής εκπαίδευσης, είχαν δωρεάν φαγητό, αυτοί και οι οικογένειες τους. Στις κοπέλες, που συμπλήρωναν 3 χρόνια στρατιωτικής εκπαίδευσης και ήταν ανύπαντρες, τις προίκιζε με μια αξιόλογη προίκα.
Το σύστημα αυτό, σε γενικές γραμμές, απέδωσε και μέσα σ’ ένα χρόνο ο Νοράν είχε ένα στρατό πάνω από 350 άτομα από τα οποία τα 30 ήταν γυναίκες που είχαν αναλάβει τις βοηθητικές εργασίες. Υπήρχαν όμως και αρκετές γυναίκες, που χειρίζονταν τα όπλα, αν όχι καλύτερα αλλά ίσα σαν τους άντρες και δεν δίσταζαν να πολεμούν κανονικά.
Το ημερολόγιο έλεγε 17/03/1005.
Η «στρατιωτική προετοιμασία» των Καρυστινών έδωσε καρπούς. Αυτό φάνηκε, όταν, στις αρχές του δεύτερου χρόνου από την εκπαίδευση τους, εμφανίσθηκαν πειρατές στην Κάρυστο. Οι πειρατές ήσαν περίπου 200 με τρία πλοία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς βγήκαν με την άνεση τους στην παραλία της Καρύστου και έβαλαν τελάληδες στην πόλη. Ζητούσαν από τους κατοίκους, να τους φέρουν όλες τις νέες κοπέλες από 12 χρονών και πάνω και όσο χρυσό και τρόφιμα είχαν στα σπίτια τους.
Εν τω μεταξύ, είχαν συλλάβει, στην τύχη περίπου 20 ανθρώπους σαν όμηρους, τους οποίους απειλούσαν ότι θα σκοτώσουν αν μέχρι τη δύση του ηλίου, δεν τους έδιναν ότι είχαν ζητήσει και μετά θα λεηλατούσαν τα σπίτια τους.
Όταν το πληροφορήθηκε ο Νοράν, κάλεσε αμέσως τους «στρατιώτες-κολίγους» στον πύργο του. Μέσα σε δύο ώρες όλοι είχαν μαζευτεί στο κάστρο του Νοράν. Αυτοί που έτρεξαν αμέσως, ήσαν γύρω στους 250 και όλοι καβαλάρηδες και εξοπλισμένοι καλά. Με τις οδηγίες του Νοράν και των εκπαιδευτών, δημιούργησαν αμέσως ομάδες επίθεσης.
Όλοι, σχεδόν, οι πειρατές είχαν βγει από τα πλοία και είχαν αρχίσει να τρώνε και να πίνουν στα μαγαζάκια που υπήρχαν στην παραλία και περίμεναν τις κοπέλες για να ικανοποιήσουν και τη σεξουαλική πείνα τους αφενός και αφετέρου να τις πουλήσουν στα γνωστά σκλαβοπάζαρα.
Η απόσταση του κάστρου του Νοράν, από το χώρο, που βρίσκονταν πειρατές, ήταν περίπου μισή ώρα με τα άλογα. Ο Νοράν μπήκε επικεφαλής του «στρατού» και έδωσε διαταγή να καλπάσουν προς το χώρο που είχαν σταθεί οι πειρατές. Οι πειρατές κυριολεκτικά αιφνιδιάσθηκαν, όταν είδαν καβαλάρηδες να τους επιτίθενται με τέλειο οπλισμό και με ικανότητα χρήσης των όπλων. Ήταν υπόθεση μιας ώρας και περισσότεροι από 160 από αυτούς είχαν σκοτωθεί ενώ είχαν αιχμαλωτιστεί οι υπόλοιποι. Όσον αφορά στα πλοία τους, είχαν πέσει στα χέρια των κολίγων του Νοράν. Με άλλα λόγια, ο Νοράν είχε αποκτήσει και ένα μικρό στόλο.
Γύρω στο μεσημέρι, όλοι οι κάτοικοι της Καρύστου και των γύρω χωριών είχαν πληροφορηθεί το κατόρθωμα του κυρ Μανόλη, όπως τον έλεγαν και μαζεύτηκαν να τον ζητωκραυγάσουν. Η φήμη του κυρ Μανόλη πλέον μεγάλωσε πολύ και όλο και περισσότεροι ήθελαν να μπουν στη δούλεψη του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που πήγαν να τον συναντήσουν ήταν και ο αδελφός του ο Σαμάν, από το χωριό κοντά στο σημερινό χωριό Πλατανιστό.
Ο Σαμάν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο κυρ ‘ Μανόλης, ήταν ο αδελφός του ο Νοράν, ο διαβόητος ληστής. Ο Νοράν αμέσως τον γνώρισε και τον πήρε στην άκρη και ψιθυριστά του είπε, να μην πει σε κανέναν ότι τον γνώριζε και κυρίως να μην πει, ότι ήταν αδέλφια. Του είπε όμως, να πάει την άλλη μέρα το πρωί στο κάστρο του, να τα πούνε με ησυχία και θα τον ανταμείψει όπως αξίζει σ’ έναν αδελφό. Την άλλη μέρα, από τα χαράματα ο Σαμάν ήταν στο κάστρο του Νοράν.
Ο Νοράν, φώναξε και την Ελβίρα τη μεγάλη τους αδελφή και τους ανακοίνωσε ότι ο Σαμάν πρέπει να βαπτισθεί χριστιανός και για ένα χρόνο να πάει στη δούλεψη του Νοράν, στα κτήματα του με πολύ καλό μισθό, χωρίς ποτέ να πει σε κανένα τη συγγένεια του με τον άρχοντα Μανόλη. Μετά το χρόνο, θα τον έκανε γενικό επιστάτη και θα έμενε στο κάστρο.
Ο Σαμάν πραγματικά, πήγε σ’ ένα ξωκλήσι στο χωριό του και βαπτίσθηκε χριστιανός με το όνομα Βαγγέλης Πλατανιάς. Στη βάπτιση παραβρέθηκε και ο Χατζηεμμανουήλ, θέλοντας να δείξει το «φιλοχριστιανισμό» του. Η Ελβίρα δεν πήγε, γιατί έτσι και αλλιώς αυτή δεν πίστευε πουθενά.
Μετά την πανωλεθρία που πάθανε οι πειρατές, οι 40 που επέζησαν έγιναν αιχμάλωτοι του Νοράν, ο οποίος τους είπε.
«Αν θέλετε μπορείτε να γίνετε κάτοικοι της Καρύστου και να αφήσετε την πειρατεία, γιατί αργά η γρήγορα θα έχετε την τύχη των συντρόφων σας».
«Για να μείνετε όμως, όσοι δεν είναι χριστιανοί πρέπει να βαπτισθείτε».
«Αμέσως μετά, μπορείτε να εργασθείτε στα κτήματα μου και εκτός της στέγης και του φαγητού, θα παίρνετε το 30% της σοδειάς που θα παράγετε».
«Όσοι όμως, δεν επιθυμούν να μείνουν, μπορούν να φύγουν με το πρώτο εμπορικό πλοίο και θα σας πληρώσω τα ναύλα σας και θα σας δώσω και ένα μικρό ποσό, για τα πρώτα σας έξοδα».
«Πριν απ’ όλα όμως, και οι 40 θα σκάψετε λάκκους, για να θάψετε τους νεκρούς συντρόφους σας, σε περιοχή που θα σας δείξουν οι άνθρωποι μου».
Έτσι και έγινε και σε κοντινή απόσταση από την παραλία και προς τα ανατολικά, άνοιξαν ένα μεγάλο τάφο και τους έθαψαν όλους μαζί. Ότι πολύτιμο είχαν οι πειρατές και ήταν πάνω στα πλοία, ο Μανόλης και οι άνθρωποι του, το μοίρασαν στους πιο φτωχούς Καρυστινούς.
Περισσότεροι από 20 πειρατές, κυρίως οι πιο μεγάλοι στην ηλικία δέχτηκαν με χαρά την πρόταση του Νοράν, οι υπόλοιποι αποφάσισαν φύγουν.
Η κατάσταση στον κάμπο της Καρύστου, συγκέντρωνε όλο το ενδιαφέρον της πόλης. Ένας νέος κτηματίας, κυριαρχούσε στην Κάρυστο και μάλιστα με ανθρώπινη συμπεριφορά. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της νότιας πλευράς της Όχης, του ψηλού βουνού της Καρύστου, βλέπανε με συμπάθεια το Νοράν και τον αποκαλούσαν «ο κυρ’ Μανόλης ο άρχοντας».
Οι πρώην ιδιοκτήτες των κτημάτων, δούλευαν σχεδόν για τη δική τους περιουσία. Στην πραγματικότητα ήταν κολίγοι που είχαν το δικαίωμα την «κολιγιά» να την κληρωνόμουν στα παιδιά τους. Αν όμως ένας από αυτούς, ήθελε να την πουλήσει σε ξένο, έπρεπε να συμφωνήσει και ο Χατζηεμμανουήλ γι’ αυτό. Παράλληλα, αποφάσισε να τους προστατεύσει από τους πολύ ενοχλητικούς πειρατές.
Οι πειρατές την εποχή αυτή, ήταν το μεγάλο πρόβλημα, όχι μόνο των Καρυστινών, αλλά όλων των νησιωτών και των παραλιακών ακτών του Αιγαίου. Οι πειρατές ήταν, από τη Μαυριτανία, την Αίγυπτο και γενικά από τις Αραβικές χώρες, χωρίς να υστερούν και πειρατές από την Ελλάδα.
Ο μεγάλος κόλπος της Καρύστου, ακόμη και σήμερα, είναι καταφύγιο των διερχομένων πλοίων, σε μεγάλες φουρτούνες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να περάσουν το ακρωτήριο του Καφηρέα (σημερινό Κάβο Ντόρο). Έτσι, πολλές φορές και τα πειρατικά πλοία, αναγκάζονταν να προσεγγίσουν στον όρμο της Καρύστου, για να προφυλαχθούν από τη θαλασσοταραχή και με την ευκαιρία έβγαιναν στην πόλη για πλιάτσικο και τρόφιμα.
Η μικρή αστυνομική δύναμη της πόλης, που είχε ορίσει το Βυζάντιο, δεν ήταν σε θέση να τους αντιμετωπίσει και οι πειρατές μπαινόβγαιναν με μεγάλη ευκολία στην Κάρυστο. Από πλευράς πλοίων, τα μόνα που διέθεταν οι Καρυστινοί ήταν μικρά ψαράδικα που δεν ήταν σε θέση, να ναυμαχήσουν με τα μεγάλα πειρατικά σκαριά.
Ο Νοράν, αντιμετώπισε αμέσως το πρόβλημα, που τον ενδιέφερε και προσωπικά για τα κτήματα του. Επειδή, είχε αρκετή στρατιωτική πείρα από το Βυζαντινό στρατό, αλλά και από τη δραστηριότητα του σαν ληστής, σκέφθηκε πως πρέπει να τους αντιμετωπίσει ριζικά.
Το σχέδιο αντιμετώπισης των πειρατών, που κατέστρωσε ήταν το ακόλουθο. Αγόρασε σύγχρονα όπλα από τα γύρω νησιά και έφερε και τρεις απόστρατους αξιωματικούς από την Ιταλία, πού ανέλαβαν να εκπαιδεύσουν τους κολίγους του. Ο αριθμός των κολίγων έφτανε πλέον τους 500. Η εκπαίδευση, γινόταν δυο φορές την εβδομάδα και σ’ αυτήν, έπαιρναν μέρος όλοι οι άνδρες κολίγοι αλλά και άλλοι που δεν ήταν κολίγοι, από 15 χρόνων και πάνω, εθελοντικά.
Η καινοτομία ήταν, ότι σ’ αυτήν την εκπαίδευση, μπορούσαν να συμμετέχουν και οι γυναίκες, αν ήθελαν. Και πραγματικά δεν ήταν λίγες οι γυναίκες, κυρίως οι νέες κοπέλες, που δέχθηκαν με προθυμία την πρόταση του άρχοντα Μανόλη.
Ένας άλλος λόγος, που οδήγησε τους Καρυστινούς, στην εθελουσία αυτή στράτευση ήταν, ότι όταν είχαν ημέρα στρατιωτικής εκπαίδευσης, είχαν δωρεάν φαγητό, αυτοί και οι οικογένειες τους. Στις κοπέλες, που συμπλήρωναν 3 χρόνια στρατιωτικής εκπαίδευσης και ήταν ανύπαντρες, τις προίκιζε με μια αξιόλογη προίκα.
Το σύστημα αυτό, σε γενικές γραμμές, απέδωσε και μέσα σ’ ένα χρόνο ο Νοράν είχε ένα στρατό πάνω από 350 άτομα από τα οποία τα 30 ήταν γυναίκες που είχαν αναλάβει τις βοηθητικές εργασίες. Υπήρχαν όμως και αρκετές γυναίκες, που χειρίζονταν τα όπλα, αν όχι καλύτερα αλλά ίσα σαν τους άντρες και δεν δίσταζαν να πολεμούν κανονικά.
Το ημερολόγιο έλεγε 17/03/1005.
Η «στρατιωτική προετοιμασία» των Καρυστινών έδωσε καρπούς. Αυτό φάνηκε, όταν, στις αρχές του δεύτερου χρόνου από την εκπαίδευση τους, εμφανίσθηκαν πειρατές στην Κάρυστο. Οι πειρατές ήσαν περίπου 200 με τρία πλοία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς βγήκαν με την άνεση τους στην παραλία της Καρύστου και έβαλαν τελάληδες στην πόλη. Ζητούσαν από τους κατοίκους, να τους φέρουν όλες τις νέες κοπέλες από 12 χρονών και πάνω και όσο χρυσό και τρόφιμα είχαν στα σπίτια τους.
Εν τω μεταξύ, είχαν συλλάβει, στην τύχη περίπου 20 ανθρώπους σαν όμηρους, τους οποίους απειλούσαν ότι θα σκοτώσουν αν μέχρι τη δύση του ηλίου, δεν τους έδιναν ότι είχαν ζητήσει και μετά θα λεηλατούσαν τα σπίτια τους.
Όταν το πληροφορήθηκε ο Νοράν, κάλεσε αμέσως τους «στρατιώτες-κολίγους» στον πύργο του. Μέσα σε δύο ώρες όλοι είχαν μαζευτεί στο κάστρο του Νοράν. Αυτοί που έτρεξαν αμέσως, ήσαν γύρω στους 250 και όλοι καβαλάρηδες και εξοπλισμένοι καλά. Με τις οδηγίες του Νοράν και των εκπαιδευτών, δημιούργησαν αμέσως ομάδες επίθεσης.
Όλοι, σχεδόν, οι πειρατές είχαν βγει από τα πλοία και είχαν αρχίσει να τρώνε και να πίνουν στα μαγαζάκια που υπήρχαν στην παραλία και περίμεναν τις κοπέλες για να ικανοποιήσουν και τη σεξουαλική πείνα τους αφενός και αφετέρου να τις πουλήσουν στα γνωστά σκλαβοπάζαρα.
Η απόσταση του κάστρου του Νοράν, από το χώρο, που βρίσκονταν πειρατές, ήταν περίπου μισή ώρα με τα άλογα. Ο Νοράν μπήκε επικεφαλής του «στρατού» και έδωσε διαταγή να καλπάσουν προς το χώρο που είχαν σταθεί οι πειρατές. Οι πειρατές κυριολεκτικά αιφνιδιάσθηκαν, όταν είδαν καβαλάρηδες να τους επιτίθενται με τέλειο οπλισμό και με ικανότητα χρήσης των όπλων. Ήταν υπόθεση μιας ώρας και περισσότεροι από 160 από αυτούς είχαν σκοτωθεί ενώ είχαν αιχμαλωτιστεί οι υπόλοιποι. Όσον αφορά στα πλοία τους, είχαν πέσει στα χέρια των κολίγων του Νοράν. Με άλλα λόγια, ο Νοράν είχε αποκτήσει και ένα μικρό στόλο.
Γύρω στο μεσημέρι, όλοι οι κάτοικοι της Καρύστου και των γύρω χωριών είχαν πληροφορηθεί το κατόρθωμα του κυρ Μανόλη, όπως τον έλεγαν και μαζεύτηκαν να τον ζητωκραυγάσουν. Η φήμη του κυρ Μανόλη πλέον μεγάλωσε πολύ και όλο και περισσότεροι ήθελαν να μπουν στη δούλεψη του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που πήγαν να τον συναντήσουν ήταν και ο αδελφός του ο Σαμάν, από το χωριό κοντά στο σημερινό χωριό Πλατανιστό.
Ο Σαμάν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο κυρ ‘ Μανόλης, ήταν ο αδελφός του ο Νοράν, ο διαβόητος ληστής. Ο Νοράν αμέσως τον γνώρισε και τον πήρε στην άκρη και ψιθυριστά του είπε, να μην πει σε κανέναν ότι τον γνώριζε και κυρίως να μην πει, ότι ήταν αδέλφια. Του είπε όμως, να πάει την άλλη μέρα το πρωί στο κάστρο του, να τα πούνε με ησυχία και θα τον ανταμείψει όπως αξίζει σ’ έναν αδελφό. Την άλλη μέρα, από τα χαράματα ο Σαμάν ήταν στο κάστρο του Νοράν.
Ο Νοράν, φώναξε και την Ελβίρα τη μεγάλη τους αδελφή και τους ανακοίνωσε ότι ο Σαμάν πρέπει να βαπτισθεί χριστιανός και για ένα χρόνο να πάει στη δούλεψη του Νοράν, στα κτήματα του με πολύ καλό μισθό, χωρίς ποτέ να πει σε κανένα τη συγγένεια του με τον άρχοντα Μανόλη. Μετά το χρόνο, θα τον έκανε γενικό επιστάτη και θα έμενε στο κάστρο.
Ο Σαμάν πραγματικά, πήγε σ’ ένα ξωκλήσι στο χωριό του και βαπτίσθηκε χριστιανός με το όνομα Βαγγέλης Πλατανιάς. Στη βάπτιση παραβρέθηκε και ο Χατζηεμμανουήλ, θέλοντας να δείξει το «φιλοχριστιανισμό» του. Η Ελβίρα δεν πήγε, γιατί έτσι και αλλιώς αυτή δεν πίστευε πουθενά.
Μετά την πανωλεθρία που πάθανε οι πειρατές, οι 40 που επέζησαν έγιναν αιχμάλωτοι του Νοράν, ο οποίος τους είπε.
«Αν θέλετε μπορείτε να γίνετε κάτοικοι της Καρύστου και να αφήσετε την πειρατεία, γιατί αργά η γρήγορα θα έχετε την τύχη των συντρόφων σας».
«Για να μείνετε όμως, όσοι δεν είναι χριστιανοί πρέπει να βαπτισθείτε».
«Αμέσως μετά, μπορείτε να εργασθείτε στα κτήματα μου και εκτός της στέγης και του φαγητού, θα παίρνετε το 30% της σοδειάς που θα παράγετε».
«Όσοι όμως, δεν επιθυμούν να μείνουν, μπορούν να φύγουν με το πρώτο εμπορικό πλοίο και θα σας πληρώσω τα ναύλα σας και θα σας δώσω και ένα μικρό ποσό, για τα πρώτα σας έξοδα».
«Πριν απ’ όλα όμως, και οι 40 θα σκάψετε λάκκους, για να θάψετε τους νεκρούς συντρόφους σας, σε περιοχή που θα σας δείξουν οι άνθρωποι μου».
Έτσι και έγινε και σε κοντινή απόσταση από την παραλία και προς τα ανατολικά, άνοιξαν ένα μεγάλο τάφο και τους έθαψαν όλους μαζί. Ότι πολύτιμο είχαν οι πειρατές και ήταν πάνω στα πλοία, ο Μανόλης και οι άνθρωποι του, το μοίρασαν στους πιο φτωχούς Καρυστινούς.
Περισσότεροι από 20 πειρατές, κυρίως οι πιο μεγάλοι στην ηλικία δέχτηκαν με χαρά την πρόταση του Νοράν, οι υπόλοιποι αποφάσισαν φύγουν.
Η κατάσταση στον κάμπο της Καρύστου, συγκέντρωνε όλο το ενδιαφέρον της πόλης. Ένας νέος κτηματίας, κυριαρχούσε στην Κάρυστο και μάλιστα με ανθρώπινη συμπεριφορά. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της νότιας πλευράς της Όχης, του ψηλού βουνού της Καρύστου, βλέπανε με συμπάθεια το Νοράν και τον αποκαλούσαν «ο κυρ’ Μανόλης ο άρχοντας».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου