Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Χαρτζάννα, η Βασίλισσα - Κεφάλαιο 8

Από την ημέρα που η Χαρτζάννα ανακηρύχθηκε βασίλισσα, στο μυαλό της γύριζε διαρκώς πως θα καλυτέρευε τη ζωή όχι μόνο των Χαρτζανιωτών αλλά όλων των κατοίκων της Καρύστου. Για το λόγο αυτό, ζήτησε από το Μανόλη να της δημιουργήσει ένα  Πενταμελές Συμβούλιο στο οποίο να ηγείται αυτός και οι υπόλοιποι σύμβουλοι να ήταν από τις ακόλουθες ομάδες:

Ένας από το ιδιωτικό στρατό του Χαρτζανίου, στη θέση αυτή ζήτησε να μπει ο Νικόλας Ραιδεστός.

Ένας από τους αγρότες κολίγους, για τη θέση αυτή πρότεινε το Βαγγέλη Πλατανιά που σαν επιστάτης είχε πλήρη επίγνωση των  γεωργικών θεμάτων.

Ένας για τις κοινωνικές υπηρεσίες και πρότεινε το διευθυντή του γηροκομείου και Νοσοκομείου, το γιατρό Ευστάθιο Καλαφάτη.

Ένας άλλος, για τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις του Βασιλείου. Τη  θέση αυτή, ζήτησε να την πάρει, ένας καλός έμπορος της Καρύστου ο  Βασίλης ο Ανωμερίτης που  δεν ήταν κολίγος άλλα του είχε εμπιστοσύνη.

Με τη λογική αυτή, δημιουργήθηκε ένα μικρό υπουργικό συμβούλιο με  πρωθυπουργό τον άρχοντα Μανόλη που κάθε Πέμπτη στις 9 π.μ. πήγαιναν  στο παλάτι και συνεδρίαζαν. Στις συνεδριάσεις αυτές, συζητούσαν όλα τα θέματα, ο καθένας για τον τομέα  του, και φυσικά ενημέρωνε και τους άλλους και συγχρόνως και τη  βασίλισσα.

Για τα προβλήματα αυτά, δίνονταν διάφορες λύσεις που τις αιτιολογούσαν  οι αρμόδιοι σύμβουλοι και η βασίλισσα επέλεγε την καλύτερη για να   εφαρμοσθεί. Φυσικά τα προβλήματα που συζητούσαν ήταν πρώτιστα για τους  Χαρτζανιώτες, αλλά και για όλους τους  Καρυστινούς και ιδιαίτερα της Νότιας πλευράς της Όχης.

Ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστο, μια τόσο νέα κοπέλα, να ασκεί με πολύ σοβαρότητα άλλα και σοφία τα καθήκοντα της βασίλισσας. Οι πρώτοι νόμοι που ζήτησε η βασίλισσα ήταν οι ακόλουθοι:

1. Να ενισχυθεί η αστυνομική δύναμη της Καρύστου με δύναμη από τη φρουρά του Χαρτζανίου και υπεύθυνος της αστυνομίας της Καρύστου να διορισθεί από τον τοποτηρητή ο σύμβουλος της επί των στρατιωτικών, με άλλα λόγια ο Νικόλας.

2. Να προτρέψουν τα παιδιά των Καρυστινών να πάνε σχολείο και να μάθουν γράμματα. Για το λόγο αυτό δημιούργησε δύο «βασιλικά» σχολεία με τρεις δασκάλους το καθένα. Στα σχολεία αυτά όχι μόνο δεν πλήρωναν οι μαθητές, αλλά έτρωγαν στο σχολείο και έπαιρναν και ένα μικρό χαρτζιλίκι. Η ιδιότητα του μαθητή ήταν ισότιμη για αγόρια και κορίτσια.
Οι ημέρες που δούλευε το σχολείο ήταν τέσσερις (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη) από τις 9 το πρωί έως τις 12 το μεσημέρι.   
Στο σχολείο μπορούσαν να φοιτούν παιδία από όλη την Κάρυστο  ανεξάρτητα εθνικότητας και θρησκείας.

3. Για τα παιδιά, που τέλειωναν το σχολείο και ήθελαν να συνεχίσουν σπουδές, η Βασίλισσα με τη βοήθεια των διευθυντών των σχολείων, τα έστελνε σε άλλες πόλεις του Βυζαντίου που μπορούσαν να συνεχίσουν και να βελτιώσουν τη μόρφωση τους.

4. Κατήργησε την υποχρεωτική προίκα. Τα κορίτσια που ήθελαν να παντρευτούν δεν ήταν υποχρεωμένα να έχουν προικοσύμφωνο. Αν οι γονείς της κοπέλας ήθελαν να βοηθήσουν την κόρη τους μπορούσαν να της δώσουν χρήματα ή να της «γράψουν» κάποιο ακίνητο. Τα χρήματα ή το ακίνητο ήταν προσωπική περιουσία της κοπέλας και ο γαμπρός δεν είχε κανένα δικαίωμα να διεκδικήσει την προίκα ή μέρος αυτής. Μετά το θάνατο της κοπέλας, αν η αποθανούσα είχε παιδιά τα περιουσιακά στοιχεία της προίκας πήγαιναν στα παιδιά της, ισοκατανεμημένα ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, αν δεν είχε παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στην οικογένεια της αποθανούσης.

5. Η δικαστική αρμοδιότητα ήταν δικαιοδοσία του τοποτηρητή. Στους κολίγους του Χαρτζανίου όμως, υπήρχε και δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο οποίο προήδρευε ή ίδια η βασίλισσα.

Εκεί που δεν ήθελε να ανακατευτεί η Χαρτζάννα ήταν τα μοναστήρια, γιατί ο μοναχισμός, διοικείτο  κατ’ ευθείαν από την Κωνσταντινούπολη. Η προσωπική της άποψη, ήταν ότι μοναχοί και μοναχές αλλά και τα ίδια τα μοναστήρια δεν προσφέρουν τίποτα στο λαό, αντίθετα στερούν ενεργούς πολίτες από την κοινωνία και όσον αφορά στους άνδρες, στερούν στρατιώτες από το Βυζάντιο. Αντίθετα, είχε σε υπόληψη, τους παπάδες, που λειτουργούσαν στις εκκλησίες και τους βοηθούσε πάρα πολύ.

Οι νόμοι της βασίλισσας, θεωρήθηκαν σοφοί από τους κολίγους και όχι μόνο.
Η βασίλισσα ήταν ένα λατρεμένο πρόσωπο, από μικρούς και μεγάλους. Οι γριούλες την αποκαλούσαν αγία και οι νέοι την έλεγαν η βασίλισσα νεράιδα
για την ομορφιά της.

Όταν η Χαρτζάννα, η Ελβίρα, ο Νικόλας και ο Βαγγέλης κατέβηκαν από το δρακόσπιτο της Όχης, η Ελβίρα εξακολουθούσε να είναι ταραγμένη. Κάποια στιγμή φτάσανε στο σπιτάκι της Ελβίρας. Η Χαρτζάννα είπε στους άνδρες της παρέας ότι θα καθόταν για λίγο, με τη γιαγιά Ελπίδα (το χριστιανικό όνομα της Ελβίρας)  και να μη την περιμένουν.

Η Χαρτζάννα ζήτησε να μείνει μαζί με την Ελπίδα, όχι γιατί είχε ανησυχήσει για την υγεία της, αλλά γιατί ήθελε να μάθει με λεπτομέρειες για το τι είδε αυτή στο δρακόσπιτο της Όχης.

Η μάγισσα ήταν συγκλονισμένη, ακόμη από την επίσκεψη στο δρακόσπιτο της Όχης  και η Χαρτζάννα περίμενε αρκετή ώρα, για να συνέλθει εντελώς. Όταν τελικά η Ελπίδα, ξεκουράστηκε και συνήλθε άρχισε να διηγείται στη Χαρτζάννα, αυτά που «είδε» μέσα στην έκταση που είχε πέσει μετά το ξόρκι που είχε κάνει στο δρακόσπιτο της Όχης για να επικοινωνήσει με τα ξωτικά του βουνού.

Οι περιγραφές της Ελβίρας, άφησαν έκπληκτη τη Χαρτζάννα, που δεν μπορούσε να φανταστεί όλα αυτά τα πράγματα. Κυρίως την άφησε άφωνη όταν η Ελβίρα της είπε ότι Αυγερινός ο νεραϊδοβασιλιάς ήξερε τα πάντα για τη Χαρτζάννα και ήθελε πολύ να τη γνωρίσει.

Ο Αυγερινός έδωσε στην Ελβίρα μια μαγική λέξη που μόνο όταν την έλεγε η Χαρτζάννα, θα εμφανιζόταν με ανθρώπινη μορφή μπροστά της, αλλά θα τον έβλεπε μόνον αυτή  και κανείς άλλος. Η Χαρτζάννα ρώτησε την Ελβίρα, αν αυτός ο νεραϊδόκοσμος ανήκε στο διάβολο ή επηρεαζόταν απ’ αυτόν. Η Ελβίρα της είπε κατηγορηματικά όχι και ότι και οι νεράιδες και τα άλλα όντα του κόσμου αυτού, μισούσαν το σατανά και συμπαθούσαν παρά πολύ το χριστιανισμό, τους Αγγέλους και τους Αγίους. Πολλές φορές προστάτευαν τα ξωκλήσια και τους παπάδες από κλέφτες και κακούς που ήθελαν να βλάψουν τις εκκλησιές.

Η Ελβίρα είπε τη μαγική λέξη στη Χαρτζάννα με την οποία θα μπορούσε να καλέσει τον Αυγερινό, όπου και αν βρίσκεται και να του ζητήσει τη βοήθεια του, αν την χρειάζεται. Η Χαρτζάννα έβαλε καλά στο μυαλό της τη μαγική λέξη και αφού φίλησε την Ελβίρα την άφησε να κοιμηθεί.


Χαρτζάννα, η Βασίλισσα - Κεφάλαιο 7

Σήμερα όλοι γνωρίζουν τα περίφημα δρακόσπιτα της Καρύστου. (Τα όσα θα αναφέρω για τα δρακόσπιτα είναι παρμένα από μελέτη του καθηγητού της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ν. Κ.  Μουτσόπουλου).

Τα δρακόσπιτα είναι κτίσματα, που έγιναν πριν από χιλιάδες χρόνια, με χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι είναι κατασκευασμένα από τεράστιους  ογκόλιθους και η σκεπή τους ήταν από πλάκες σχιστόλιθου. Τέτοια κτίσματα, υπάρχουν ακόμη και σήμερα γύρω από το βουνό της Όχης και αναφέρονται στην προϊστορική εποχή. Το πιο εντυπωσιακό από τα κτίσματα αυτά, είναι το δρακόσπιτο της κορυφής της Όχης ή δρακόσπιτο της Όχης.

Το δρακόσπιτο της Όχης, ήταν κατά πάσα πιθανότητα αρχαίος ναός κτισμένος με ξερολιθιά από τεράστιους ογκόλιθους που πρέπει να είχαν  μεταφερθεί από μακρινή απόσταση, μιας και η σύσταση του εδάφους εκεί δεν έχει τέτοιου είδους πετρώματα. Προκαλεί έκπληξη και σήμερα ακόμη, πως αυτοί οι ογκόλιθοι πριν τρεις χιλιάδες χρόνια, όπως υπολογίζουν οι αρχαιολόγοι, μεταφέρθηκαν στην κορυφή σχεδόν, ενός τόσο ψηλού βουνού σαν την Όχη.

Οι κάτοικοι της Καρύστου, τα κτίσματα αυτά, κατά τη βυζαντινή εποχή τα ονόμασαν δρακόσπιτα, διότι πίστευαν ότι μόνο δράκοι θα μπορούσαν να κτίσουν και να μένουν σε τέτοια σπίτια σαν και  αυτά. Ειδικά για το δρακόσπιτο της  Όχης, υπήρξαν πολλοί μύθοι για δράκους που ζούσαν εκεί και τρομοκρατούσαν τους κατοίκους.

Οι περισσότερες πιθανότητες αλήθειας που υπάρχουν είναι για το δρακόσπιτο της Όχης, ότι  κατασκευάσθηκε από ανθρώπους που ανήκαν σε  προελληνικά φύλα, και κατά πάσα πιθανότητα, ήταν αρχαίος ναός του Δία και της Ήρας.

Κατά την βυζαντινή εποχή, ο θρύλος που κυριαρχούσε για το δρακόσπιτο της Όχης, ήταν ότι στο χώρο αυτό, κατοικούσαν εκτός από δράκους, νεράιδες, μάγισσες, ξωτικά και πνεύματα αρχαίων θεών. Λέγανε ακόμη, ότι σκιές εμφανίζονταν τη νύκτα σαν αερικά και πολλοί κάτοικοι κυρίως βοσκοί που έμεναν στο βουνό, είχαν δει τις σκιές και είχαν ακούσει τις φωνές και τα τραγούδια τους.

Όπως ήταν επόμενο, το δρακόσπιτο της Όχης και οι φήμες που κυκλοφορούσαν για αυτό, κίνησαν την περιέργεια της Ελβίρας που ζήτησε από τη Χαρτζάννα να την πάει να το δει. Η αλήθεια είναι, ότι και η Χαρτζάννα, παρόλο που γύριζε όλη την περιοχή με τ’ άλογο της, δεν είχε πάει ποτέ στο δρακόσπιτο. Για το λόγο αυτό ζήτησε τη βοήθεια του αδελφού του Νοράν του Σαμάν (δηλ. του Βαγγέλη Πλατανιά) και του Νικόλα που είχαν μοιραστεί το βραβείο και στην ουσία ήταν προσωπικός φρουρός της βασίλισσας.
Έτσι η ομάδα αυτή, πήρε τα άλογα και ξεκίνησε για την κορυφή της Όχης για να βρουν το δρακόσπιτο. Ύστερα από 3 ώρες πορεία, φτάσανε στην κορυφή και βρήκαν το περίφημο δρακόσπιτο. Ομολογουμένως η βασίλισσα Χαρτζάννα εντυπωσιάσθηκε ιδιαίτερα από τον όγκο των λίθων που ήταν φτιαγμένο, παρόλο που το μισό από αυτό, ήταν χωμένο στους βράχους του βουνού. Ακόμη της έκανε εντύπωση  η σκεπή, που ήταν από οριζόντιες πλάκες σε μια αξιοθαύμαστη κλίση. Τέλος από τόσο ψηλά, θαύμασε το τοπίο, την πόλη της Καρύστου και τα γύρω χωριά, απλωμένα στα πόδια της, ενώ στο βάθος φαινόντουσαν τα πρώτα κυκλαδονήσια.

Όταν μπήκαν μέσα στο δρακόσπιτο, δεν μπορούσαν να πιστέψουν την αρχιτεκτονική τελειότητα του κτίσματος και την ομορφιά του δαπέδου που ήταν ένα τέλειο πλακόστρωτο. Σε μια γωνία ήταν ένας μισοερειπωμένος καπνισμένος βωμός, στον οποίο πρέπει να γίνονταν θυσίες, ενώ πάρα πολλά μισοσπασμένα πιθάρια, ήταν ριγμένα σε μια άλλη γωνία. Δυο σχισμές, άφηναν το φως της ημέρας να μπαίνει στο εσωτερικό του σπιτιού που συνολικά, πρέπει να είχε επιφάνεια περίπου  50 τ.μ.

Στη θέση που ήταν το δρακόσπιτο, το ανεμόδερνε ο βοριάς, ενώ τα σύννεφα του βουνού που υπάρχουν σχεδόν πάντοτε στην κορυφή της Όχης, το περιτριγύριζαν και του έδιναν μια ξωτική ή καλύτερα μια μαγική ατμόσφαιρα. Το περιβάλλον, άφησε έκθαμβη την Ελβίρα, που όταν ξεκουράστηκε λίγο παρακάλεσε τους άντρες της ομάδας να βγουν έξω, κράτησε τη Χαρτζάννα κοντά της και άρχισε να λεει κάποιο ξόρκι. Η Χαρτζάννα δεν το ήξερε το ξόρκι και την άκουγε που το ψιθύριζε και της έκανε εντύπωση που η Ελβίρα  έτρεμε σύγκορμη.

Είχαν περάσει 15 λεπτά της ώρας και ξαφνικά η Ελβίρα σταμάτησε, γονάτισε και έβαλε το πρόσωπο της ανάμεσα στα χέρια της και δεν μίλαγε καθόλου. Η Χαρτζάννα δεν την ενόχλησε. Αυτό κράτησε περίπου άλλα 10 λεπτά, ενώ η Ελβίρα βρισκόταν σε έκσταση, η Χαρτζάννα απλώς την παρακολουθούσε.

Όταν τελείωσε η κατάσταση της έκστασης, η Ελβίρα είπε στη Χαρτζάννα, ότι εκεί γύρω υπάρχει ένα ολόκληρος αθέατος κόσμος πνευμάτων που τον αποτελούσαν νεράιδες, ξωτικά και άλλα πνεύματα και πολύ θα ήθελε να επικοινωνήσει μαζί τους. Της είπε ακόμη, ότι δεν είχε δει ποτέ τόσο πλήθος ξωτικών και νεράιδων.

Συγκεκριμένα της είπε, ότι υπάρχει ένα ολόκληρο νεραϊδοβασίλειο, με βασιλιά έναν πανέμορφο νέο του οποίου το όνομα ήταν Αυγερινός και σ’ αυτόν υπάκουαν όλα τα ξωτικά, τα πνεύματα και οι νεράιδες που ζούσαν στο μαγικό βουνό της Όχης. Ο νεραϊδοβασιλιάς ήθελε πολύ να συναντήσει τη Χαρτζάννα.

Η Χαρτζάννα ζήτησε να μάθει περισσότερες πληροφορίες για το μαγικό αόρατο αυτό κόσμο, αλλά η Ελβίρα της είπε ότι δεν μπόρεσε να μάθει κάτι άλλο γιατί τα πνεύματα και ιδιαίτερα ο νεραϊδοβασιλιάς δεν δέχθηκε να της μιλήσει, γιατί ότι έχει να πει θα το πει στη βασίλισσα Χαρτζάννα.   

Οι άνδρες της ομάδας δεν κατάλαβαν τίποτα, παρόλο που ο Βαγγέλης γνώριζε ότι η Ελβίρα κάνει μαγικά. Η βασίλισσα, δεν μπορούσε να πιστέψει, αυτά που της είπε η Ελβίρα, αλλά της είπε, ότι όταν θα κατέβουν, θα πάει στο σπίτι της, να της μάθει το ξόρκι με το οποίο θα μπορούσε να δει το νεραϊδοβασιλιά.


Χαρτζάννα, η Βασίλισσα - Κεφάλαιο 6

Οι αγώνες κράτησαν 5 ημέρες και η Χαρτζάννα ζήτησε να αγωνιστεί με τους  
πέντε επικρατέστερους. Ντυμένη στα ολόμαυρα, με μαύρο κράνος και με κρυμμένα τα ξανθά μαλλιά της στο κράνος, δεν  γνωριζόταν από κανένα και το όνομα με το οποίο ανακοινώθηκε η συμμετοχή της ήταν «ο Μαύρος Καβαλάρης».

Την τέταρτη ημέρα, ο μαύρος καβαλάρης αγωνίστηκε με τους τρείς από τους πέντε αγωνιστές και τους κατανίκησε. Οι δύο υπόλοιποι αγωνίσθηκαν μεταξύ τους και ήταν ο Ιωάννης Αθηνιώτης και ο Νικόλας Ραιδεστός. Νικητής αναδείχθηκε ο Νικόλας Ραιδεστός ένα λεβεντόκορμο παλικάρι από το σημερινό χωριό Καστρί.
Η τελευταία ημέρα θα έδινε τον νικητή.

Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της νότιας πλευράς της Όχης, είχαν μαζευτεί μπροστά από το Κάστρο και περίμεναν να διεξαχθεί ο τελικός αγώνας. Ο Χατζηεμμανουήλ με την πολεμική πείρα που διέθετε, συμβούλευσε τη Χαρτζάννα πώς να πολεμήσει μιας και ο Νικόλας, έδειχνε να είναι πολύ καλός χειριστής των όπλων και ανήκε στη δική του στρατιωτική ομάδα.

Ο αγώνας άρχισε στις 10 το πρωί και μέχρι το μεσημέρι δεν είχε τελειώσει και οι δυο αγωνιστές ήταν φανερά ισοδύναμοι. Ο Χατζηεμμανουήλ ρώτησε και τους δύο, αν ήθελαν να κάνουν ένα μικρό διάλειμμα, αυτοί το δέχτηκαν και δόθηκε αναβολή μιας ώρας. Μετά την ώρα οι δύο μαχητές πήραν τα ξίφη τους και χωρίς άλογα άρχισαν να αγωνίζονται. Πέρασε περίπου μισή ώρα και ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Όταν κάποια στιγμή, σε σύγκρουση των σπαθιών, οι μαχητές έχασαν τα σπαθιά τους που έπεσαν στη γη, ο Χατζηεμμανουήλ διέκοψε τον αγώνα και ανακήρυξε τους μαχητές ισόπαλους. Τους είπε δε ότι θα έπαιρναν και οι δύο από ένα χρυσό σπαθί.

Ο αγώνας τελείωσε μ’ αυτόν τον τρόπο και ο Χατζηεμμανουήλ ζήτησε και από τους δύο αγωνιστές να αποκαλυφθούν. Ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος, λίγο πολύ γνώριζε το Νικόλα, αλλά είχε μεγάλη περιέργεια να μάθει ποιος ήταν αυτός ο μαύρος καβαλάρης που δεν είχε νικηθεί με όσους είχε αγωνισθεί. Όταν ο μυστηριώδης καβαλάρης έβγαλε την περικεφαλαία του και τα κατάξανθα μαλλιά της Χαρτζάννας ξεχύθηκαν στους ώμους της, ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Η δική τους αρχόντισσα ήταν ο νικητής.

Η Χαρτζάννα ευχαρίστησε τον κόσμο που ζητωκραύγαζε, υποκλίθηκε στον πατέρα και τη μητέρα της και γύρισε και φίλησε το Νικόλα που ήταν τόσο άξιος αγωνιστής. Ο κόσμος δεν σταμάταγε να ζητωκραυγάζει και τότε ακούσθηκε το σύνθημα προς τον τοποτηρητή να ανακηρύξει τη Χαρτζάννα βασίλισσα της Καρύστου.

Ο Μανόλης σαν πονηρός που ήταν, δεν την ανακήρυξε βασίλισσα της Καρύστου, για να μη έλθει σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη που τον είχε τοποτηρητή, αλλά με έξυπνο ελιγμό την ανακήρυξε βασίλισσα Χαρτζάννα και το βασίλειο της ήταν το κτήμα Χαρτζάνι.

Εκείνη την στιγμή γεννήθηκε η Ελληνίδα βασίλισσα Χαρτζάννα. Ο Μανόλης και η Ελένη υποκλίθηκαν μπροστά στη Βασίλισσα και ο Νικόλας γονάτισε και της φίλησε το χέρι. Ο άρχοντας Μανόλης κάλεσε όλους τους κατοίκους της Καρύστου σε διήμερο γλέντι στο κάστρο του, που τώρα πλέον ήταν το παλάτι της βασίλισσας Χαρτζάννας.

Η Βασίλισσα είχε στην κυριαρχία της, περισσότερη από τη μισή νότια Κάρυστο, αλλά όλοι οι Καρυστινοί τη θεωρούσαν βασίλισσα τους και τη λάτρευαν. Τη θεωρούσαν δική τους βασίλισσα γιατί την επέλεξαν μόνοι τους και δεν την επέβαλαν ξένοι. 

Η βασίλισσα Χαρτζάννα ήταν από βασιλική Ελληνική γενιά και η ανακήρυξη της ήταν μια δίκαιη αναγνώριση του βασιλικού αίματος που έτρεχε στις φλέβες της. Αυτό περισσότερο από κάθε άλλον χαροποιούσε την Ελένη που ήταν η μόνη, εκτός του Μανόλη και της Ελβίρας που ήξερε την καταγωγή της βασίλισσας.


Χαρτζάννα, η Βασίλισσα - Κεφάλαιο 5

Ήδη είχαν περάσει 3 χρόνια από τη μέρα, που ήλθε στην Κάρυστο ο Νοράν. Η μικρή Χαρτζάννα ήταν πλέον ένα πανέμορφο κοριτσάκι 6 χρόνων. Η ζωή της ήταν πραγματικά αρχοντική, μιας και με τη φροντίδα της Ελένης και του Μανόλη που τη θεωρούσαν δική τους κόρη και με την αγάπη της γιαγιάς Ελβίρας, ζούσε σαν να ήταν πριγκίπισσα. Ο Μανόλης, όμως ήθελε η κόρη του, που ήξερε ότι είχε βασιλικό αίμα να ανατραφεί βασιλικά.

Κατ’ αρχήν ήθελε να μορφωθεί όσο γίνεται καλύτερα για το λόγο αυτό, έψαξε και βρήκε τους καλύτερους δασκάλους από την πόλη της Καρύστου αλλά και από τα γύρω νησιά για ν’ αρχίσουν την εκπαίδευση της νεαρής πριγκίπισσας. Πέντε δάσκαλοι επελέγησαν για να τη μάθουν ανάγνωση, γραφή, ιστορία, ζωγραφική, μουσική και λατινικά.
Ο Μανόλης όμως, πίστευε στην ισότητα των φύλων και ήθελε η κόρη του να μάθει να ιππεύει, να χειρίζεται τα όπλα σαν αγόρι και καλύτερα ακόμη. Για την εκπαίδευση της, στην ιππασία και στο χειρισμό των όπλων, ο Νοράν διάλεξε τον καλύτερο στρατιωτικό εκπαιδευτή που είχε και άρχισε εντατικά μαθήματα. Αλλά και ο ίδιος ο Μανόλης που ήταν σπουδαίος στρατιώτης, έδειχνε πολλά μυστικά της στρατιωτικής τέχνης του, στην κόρη του.

Η Χαρτζάννα ήταν παιδί υψηλής ευφυίας και σ’ όλα τα μαθήματα είχε εξαιρετικές επιδόσεις, εκεί όμως που είχε καταπλήξει όλους ήταν στη στρατιωτική της εκπαίδευση.  
Η χρονιά ήταν 1009 και η Χαρτζάννα ήταν και δεν ήταν 9 χρονών, όμως μπορούσε να ιππεύει με ανδρικό τρόπο (καβάλα και τα δυο πόδια στο σώμα του αλόγου) και συγχρόνως μπορούσε να κρατάει  στο δεξί της χέρι ένα σπαθί. Η ταχύτητα που ανέπτυσσε ανάγκασε το Μανόλη να της διαλέξει, το πιο ωραίο και γρήγορο άλογο και να της το χαρίσει. Η Χαρτζάννα ήταν ξετρελαμένη με το δώρο του πατέρα της.

Εκτός από την εκπαίδευση της, η Χαρτζάννα δεν παρέλειπε να επισκέπτεται και τη γιαγιά Ελβίρα, που ζούσε μόνη της στο σπιτάκι που είχαν πρωτοκατοικήσει όλοι μαζί. Η Ελβίρα πλέον, βάλθηκε να μάθει την τέχνη της, στη Χαρτζάννα, η  οποία είναι αλήθεια έδειχνε πολύ ενδιαφέρον γι’ αυτά που της μάθαινε η μάγισσα, πιο πολύ όμως για να μη χαλάσει το χατίρι της γιαγιάς. Πολλές φορές η Ελβίρα έβαζε τη Χαρτζάννα να φτιάχνει μαντζούνια ή να λέει κάποια ξόρκια για διάφορους λόγους.

Ο Νοράν δεν καλόβλεπε τη «μόρφωση» της στα μάγια, αλλά δεν μιλούσε γιατί πίστευε ότι και να μάθει κανείς καλό είναι. Προσπαθούσε όλο και περισσότερο να της μιλά για όπλα και πολέμους, μιας και είχε απογοητευθεί που η Ελένη δεν έκανε παιδιά και η μόνη του ελπίδα, να αφήσει απογόνους ήταν η Χαρτζάννα.

Ο λαός της Καρύστου αγαπούσε πάρα πολύ, τον άρχοντα Χατζηεμμανουήλ και πολλές φορές ήθελε να τον ανακηρύξει βασιλιά, αλλά αυτός δεν ήθελε. Τους έλεγε όμως ότι η κόρη του μεγαλώνει και εκπαιδεύεται πριγκιπικά και όταν θα έλθει η ώρα, αυτή θα γινόταν πραγματική βασίλισσα.

Έτσι πέρασαν δέκα χρόνια από τον καιρό που ήλθε στην Κάρυστο ο κυρ Μανόλης και η χρονιά έδειχνε 1013. Η πόλη και τα γύρω χωρία, ζούσαν πολύ καλά, μιας και ότι ήθελαν οι άνθρωποι, ο άρχοντας τους το πρόσφερε.

Σ’ αυτόν έλεγαν τα προβλήματα τους, τα βάσανα τους, τις μεταξύ τους αντιδικίες και διαφωνίες και ήταν ομολογουμένως ο καλύτερος δικαστής. Δίκαζε όσους πηγαίνανε σ’ αυτόν με καλοσύνη και προσπάθεια συμβιβασμού και είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου.

Το Βυζάντιο έχοντας μάθει τις ικανότητες του Μανόλη  Χατζηεμμανουήλ τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β’ τον διόρισε επίσημα τοποτηρητή όλης της Νότιας Καρυστίας. Αυτός φρόντιζε να στέλνει τους φόρους που έπρεπε στην Κωνσταντινούπολη και να επιβλέπει την τοπική αστυνομία.


Η χρονιά ήταν το 1018. Η Χαρτζάννα είχε γίνει πλέον μια πανέμορφη κοπέλα, με γαλανά μάτια και ολόξανθα μαλλιά και τις περισσότερες ώρες ήταν ντυμένη αγορίστικα και ίππευε το  άλογο της. Η καλοσύνη της προς τους συμπατριώτες της, ήταν πολύ μεγάλη. Αγαπούσε όλο τον κόσμο και φρόντιζε τους γέρους και τους άρρωστους. Είχε πείσει τον άρχοντα Χατζηεμμανουήλ και είχε φτιάξει στο κέντρο της πόλης ένα νοσοκομείο και γηροκομείο συγχρόνως και το φρόντιζε προσωπικά. Το προσωπικό του γηροκομείου για ότι χρειαζόταν πήγαινε στη Χαρτζάννα και αυτή κατάφερνε να τους λύνει τα προβλήματα τους.

Ο λαός λάτρευε την αρχόντισσα Χαρτζάννα και την αποκαλούσε: 
«Η καλή μας Νεράιδα ή αρχόντισσα Χαρτζάννα»
 Η Χαρτζάννα δεν ήταν μόνο μια όμορφη κοπέλα, ήταν και ένας φοβερός «στρατιώτης».
Κανείς δεν τολμούσε να μετρηθεί μαζί της στο σπαθί στο τόξο και στο κοντάρι. Ο Μανόλης την έβλεπε και την καμάρωνε, ενώ τα προξενιά πήγαιναν και ερχόντουσαν από άρχοντες των γειτονικών πόλεων.

Η Χαρτζάννα ήταν ακόμη μικρή για γάμο και ευθύνες και επειδή ήταν  ανεξάρτητη και αγέρωχη απέρριπτε τις προξενιές. Πολλές φορές καλούσε τους υποψήφιους γαμπρούς σε στρατιωτικούς αγώνες και κυριολεκτικά τους κατανικούσε και έτσι τους εξανάγκαζε να αποσύρονται μόνοι τους.

Ο Χατζηεμμανουήλ διόρισε τη Χαρτζάννα επίσημα διάδοχο του και αρχηγό του στρατού του.

Όσον αφορά  στους εχθρούς της Καρύστου, προς το παρόν ήσαν μόνο οι πειρατές. Οι επιδρομές των πειρατών στην Κάρυστο είχαν σχεδόν εκλείψει γιατί αντιμετωπίζονταν αμέσως από το στρατό του Νοράν.

Ύστερα από συνεννόηση με την Κωνσταντινούπολη ο τοποτηρητής Χατζηεμμανουήλ ανάθεσε στην κόρη του να κτίσει γύρω στα 1020 ένα κάστρο φύλακα της Καρύστου από τους εχθρούς της. Η Χαρτζάννα που γνώριζε την περιοχή καλύτερα από τον καθένα, διότι με το άλογο της γυρόφερνε όλη τη νότια πλευρά της Όχης, από το σημερινό Μαρμάρι μέχρι το σημερινό χωρίο του Πλατανιστού, εντόπισε το καταλληλότερο σημείο.

Το σημείο αυτό, το συζήτησε με τον πατέρα της και συμφώνησαν να κτιστεί εκεί ένα κάστρο, σ’ ένα λόφο πιο κάτω από την κορυφή της Όχης, που η θέση του εξασφάλιζε την ασφάλεια του κάστρου από το βορρά. Το κάστρο αυτό, ονομάσθηκε κάστρο της Καρύστου (πάνω σ’ αυτό κτίστηκε αργότερα το σημερινό Καστέλο Ρόσσο από τους Ενετούς).
Κατά τα εγκαίνια του Κάστρου γίνηκαν αγώνες στρατιωτικού περιεχομένου κυρίως στο σπαθί, από όσους ήθελαν να αγωνιστούν. Περισσότεροι από 30 νέοι ζήτησαν να αγωνισθούν επειδή το έπαθλο ήταν ένα ολόχρυσο σπαθί. Οι νέοι που αγωνίζονταν ήταν από όλη την περιοχή δικαιοδοσίας, του τοποτηρητή της Καρύστου, δηλαδή του άρχοντα Χατζηεμμανουήλ.

Η Χαρτζάννα ζήτησε από τον πατέρα της, να συμμετάσχει και αυτή στους αγώνες, χωρίς να την γνωρίζει ο κόσμος και πρότεινε να ιππεύσει ένα μαύρο άλογο και να φορέσει ολόμαυρη πανοπλία. Ο Νοράν είχε κάποιους δισταγμούς, ίσως και φόβους, διότι η κόρη του ήταν ακόμη 20 χρόνων, αλλά τελικά έδωσε τη συγκατάθεση του.


Χαρτζάννα, η Βασίλισσα - Κεφάλαιο 4

Οι σχέσεις του Νοράν, με τους ανθρώπους που είχε στη δούλεψη του, ήταν άριστες και πάρα πολλοί από τους ντόπιους, ήθελαν να συνεργασθούν  μαζί του. Έτσι αγόρασε και άλλα  κτήματα γύρω από το χαρτζάνι και έφτασε σχεδόν μέχρι το λυκόρεμα (απόσταση δυο χιλιομέτρων δυτικά από το σπίτι του). Τους  πρώην ιδιοκτήτες των κτημάτων, αφού τους πλήρωσε την αξία των περιουσιών τους, τους  άφησε να τα καλλιεργούν και να παίρνουν το 50% των εσόδων, από τη σοδειά.

Οι πρώην ιδιοκτήτες των κτημάτων, δούλευαν σχεδόν για τη δική τους περιουσία. Στην πραγματικότητα ήταν κολίγοι που είχαν το δικαίωμα την «κολιγιά» να την κληρωνόμουν στα παιδιά τους. Αν όμως ένας από αυτούς, ήθελε να την πουλήσει σε ξένο, έπρεπε να συμφωνήσει και ο Χατζηεμμανουήλ γι’ αυτό. Παράλληλα, αποφάσισε να τους προστατεύσει από τους πολύ ενοχλητικούς πειρατές.

Οι πειρατές την εποχή αυτή, ήταν το μεγάλο πρόβλημα, όχι μόνο των Καρυστινών, αλλά όλων των νησιωτών και των παραλιακών ακτών του Αιγαίου. Οι πειρατές ήταν, από τη Μαυριτανία, την Αίγυπτο και γενικά από τις Αραβικές χώρες, χωρίς να υστερούν και πειρατές από την Ελλάδα.
Ο μεγάλος κόλπος της Καρύστου, ακόμη και σήμερα, είναι καταφύγιο των διερχομένων πλοίων, σε μεγάλες φουρτούνες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να περάσουν το ακρωτήριο του Καφηρέα (σημερινό Κάβο Ντόρο). Έτσι, πολλές φορές και τα πειρατικά πλοία, αναγκάζονταν να προσεγγίσουν στον όρμο της Καρύστου, για να προφυλαχθούν από τη θαλασσοταραχή και με την ευκαιρία έβγαιναν στην πόλη για πλιάτσικο και τρόφιμα.

Η μικρή αστυνομική δύναμη της πόλης, που είχε ορίσει το Βυζάντιο, δεν ήταν σε θέση να τους αντιμετωπίσει και οι πειρατές μπαινόβγαιναν με μεγάλη ευκολία στην Κάρυστο. Από πλευράς πλοίων, τα μόνα που διέθεταν οι Καρυστινοί ήταν μικρά ψαράδικα που δεν ήταν σε θέση, να ναυμαχήσουν με τα μεγάλα πειρατικά σκαριά.
Ο Νοράν, αντιμετώπισε αμέσως το πρόβλημα, που τον ενδιέφερε και προσωπικά για τα κτήματα του. Επειδή, είχε αρκετή στρατιωτική πείρα από το Βυζαντινό στρατό, αλλά και από τη δραστηριότητα του σαν ληστής, σκέφθηκε πως πρέπει να τους αντιμετωπίσει ριζικά.

Το σχέδιο αντιμετώπισης των πειρατών, που κατέστρωσε ήταν το ακόλουθο. Αγόρασε σύγχρονα όπλα από τα γύρω νησιά και έφερε και τρεις απόστρατους αξιωματικούς από την Ιταλία, πού ανέλαβαν να εκπαιδεύσουν τους κολίγους του. Ο αριθμός των κολίγων έφτανε πλέον τους 500. Η εκπαίδευση, γινόταν δυο φορές την εβδομάδα και σ’ αυτήν, έπαιρναν μέρος όλοι οι άνδρες κολίγοι αλλά και άλλοι που δεν ήταν κολίγοι, από 15 χρόνων και πάνω, εθελοντικά.
Η καινοτομία ήταν, ότι σ’ αυτήν την εκπαίδευση, μπορούσαν να συμμετέχουν και οι γυναίκες, αν ήθελαν. Και πραγματικά δεν ήταν λίγες οι γυναίκες, κυρίως οι νέες κοπέλες, που δέχθηκαν με προθυμία την πρόταση του άρχοντα Μανόλη.

Ένας άλλος λόγος, που οδήγησε τους Καρυστινούς, στην εθελουσία αυτή στράτευση ήταν, ότι όταν είχαν ημέρα στρατιωτικής εκπαίδευσης, είχαν δωρεάν φαγητό, αυτοί και οι οικογένειες τους. Στις κοπέλες, που συμπλήρωναν 3 χρόνια στρατιωτικής εκπαίδευσης και ήταν ανύπαντρες, τις προίκιζε με μια αξιόλογη προίκα.
Το σύστημα αυτό, σε γενικές γραμμές, απέδωσε και μέσα σ’ ένα χρόνο ο Νοράν είχε ένα στρατό πάνω από 350 άτομα από τα οποία τα 30 ήταν γυναίκες που είχαν αναλάβει τις βοηθητικές εργασίες. Υπήρχαν όμως και αρκετές γυναίκες, που χειρίζονταν τα όπλα, αν όχι καλύτερα αλλά ίσα σαν τους άντρες και δεν δίσταζαν να πολεμούν κανονικά.

Το ημερολόγιο έλεγε  17/03/1005.

Η «στρατιωτική προετοιμασία» των Καρυστινών έδωσε καρπούς. Αυτό φάνηκε, όταν, στις αρχές του δεύτερου χρόνου από την εκπαίδευση τους, εμφανίσθηκαν πειρατές στην Κάρυστο. Οι πειρατές ήσαν περίπου 200 με τρία πλοία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς  βγήκαν με την άνεση τους στην παραλία της Καρύστου και έβαλαν τελάληδες στην πόλη. Ζητούσαν από τους κατοίκους, να τους φέρουν όλες τις νέες κοπέλες από 12 χρονών και πάνω και όσο χρυσό και τρόφιμα είχαν στα σπίτια τους.
Εν τω μεταξύ, είχαν συλλάβει, στην τύχη περίπου 20 ανθρώπους σαν όμηρους, τους οποίους απειλούσαν ότι θα σκοτώσουν αν μέχρι τη δύση του ηλίου, δεν τους έδιναν ότι είχαν ζητήσει και μετά θα λεηλατούσαν τα σπίτια τους.  

Όταν το πληροφορήθηκε ο Νοράν, κάλεσε αμέσως τους «στρατιώτες-κολίγους» στον πύργο του. Μέσα σε δύο ώρες όλοι είχαν μαζευτεί στο   κάστρο του Νοράν. Αυτοί που έτρεξαν αμέσως, ήσαν γύρω στους 250 και όλοι καβαλάρηδες και εξοπλισμένοι καλά. Με τις οδηγίες του Νοράν και των εκπαιδευτών, δημιούργησαν αμέσως ομάδες επίθεσης.
Όλοι, σχεδόν, οι πειρατές είχαν βγει από τα πλοία και είχαν αρχίσει να τρώνε και να πίνουν στα μαγαζάκια που υπήρχαν στην παραλία και περίμεναν τις κοπέλες για να ικανοποιήσουν και τη σεξουαλική πείνα τους αφενός και αφετέρου να τις πουλήσουν στα γνωστά σκλαβοπάζαρα.
Η απόσταση του κάστρου του Νοράν, από το χώρο, που βρίσκονταν πειρατές, ήταν περίπου μισή ώρα με τα άλογα. Ο Νοράν μπήκε επικεφαλής του «στρατού» και έδωσε διαταγή να καλπάσουν προς το χώρο που είχαν σταθεί οι πειρατές. Οι πειρατές κυριολεκτικά αιφνιδιάσθηκαν, όταν είδαν καβαλάρηδες να τους επιτίθενται με τέλειο οπλισμό και με ικανότητα χρήσης των όπλων. Ήταν υπόθεση μιας ώρας και περισσότεροι από 160 από αυτούς είχαν σκοτωθεί ενώ είχαν αιχμαλωτιστεί οι υπόλοιποι. Όσον αφορά στα πλοία τους, είχαν πέσει στα χέρια των κολίγων του Νοράν. Με άλλα λόγια, ο Νοράν είχε αποκτήσει και ένα μικρό στόλο.

Γύρω στο μεσημέρι, όλοι οι κάτοικοι της Καρύστου και των γύρω χωριών είχαν πληροφορηθεί το κατόρθωμα του κυρ Μανόλη, όπως τον έλεγαν και μαζεύτηκαν να τον ζητωκραυγάσουν. Η φήμη του κυρ Μανόλη πλέον μεγάλωσε πολύ και όλο και περισσότεροι ήθελαν να μπουν στη δούλεψη του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που πήγαν να τον συναντήσουν ήταν και ο αδελφός του ο Σαμάν, από το χωριό κοντά στο σημερινό χωριό Πλατανιστό.
Ο Σαμάν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο κυρ ‘ Μανόλης, ήταν ο αδελφός του ο Νοράν, ο διαβόητος ληστής. Ο Νοράν αμέσως τον γνώρισε και τον πήρε στην άκρη και ψιθυριστά του είπε, να μην πει σε κανέναν ότι τον γνώριζε και κυρίως να μην πει, ότι ήταν αδέλφια. Του είπε όμως, να πάει την άλλη μέρα το πρωί στο κάστρο του, να τα πούνε με ησυχία και θα τον ανταμείψει όπως αξίζει σ’ έναν αδελφό. Την άλλη μέρα, από τα χαράματα ο Σαμάν ήταν στο κάστρο του Νοράν.
Ο Νοράν, φώναξε και την Ελβίρα τη μεγάλη τους αδελφή και τους ανακοίνωσε ότι ο Σαμάν πρέπει να βαπτισθεί χριστιανός και για ένα χρόνο να πάει στη δούλεψη του Νοράν, στα κτήματα του με πολύ καλό μισθό, χωρίς ποτέ να πει σε κανένα τη συγγένεια του με τον άρχοντα Μανόλη. Μετά το χρόνο, θα τον έκανε γενικό επιστάτη και θα έμενε στο κάστρο.

Ο Σαμάν πραγματικά, πήγε σ’ ένα ξωκλήσι στο χωριό του και βαπτίσθηκε χριστιανός με το όνομα Βαγγέλης Πλατανιάς. Στη βάπτιση παραβρέθηκε και ο Χατζηεμμανουήλ, θέλοντας να δείξει το «φιλοχριστιανισμό» του. Η Ελβίρα δεν πήγε, γιατί έτσι και αλλιώς αυτή δεν πίστευε πουθενά.
Μετά την πανωλεθρία που πάθανε οι πειρατές, οι 40 που επέζησαν έγιναν αιχμάλωτοι του Νοράν, ο οποίος τους είπε.

«Αν θέλετε μπορείτε να γίνετε κάτοικοι της Καρύστου και να αφήσετε την πειρατεία, γιατί αργά η γρήγορα θα έχετε την τύχη των συντρόφων σας».
«Για να μείνετε όμως, όσοι δεν είναι χριστιανοί πρέπει να βαπτισθείτε».  
«Αμέσως μετά, μπορείτε να εργασθείτε στα κτήματα μου και εκτός της στέγης και του φαγητού, θα παίρνετε το 30% της σοδειάς που θα παράγετε».
«Όσοι όμως, δεν επιθυμούν να μείνουν, μπορούν να φύγουν με το πρώτο εμπορικό πλοίο και θα σας πληρώσω τα ναύλα σας και θα σας δώσω και ένα μικρό ποσό, για τα πρώτα σας έξοδα».
«Πριν απ’ όλα όμως, και οι 40 θα σκάψετε λάκκους, για να θάψετε τους νεκρούς συντρόφους σας, σε περιοχή που θα σας δείξουν οι άνθρωποι μου».

Έτσι και έγινε και σε κοντινή απόσταση από την παραλία και προς τα ανατολικά, άνοιξαν ένα μεγάλο τάφο και τους έθαψαν όλους μαζί. Ότι πολύτιμο είχαν οι πειρατές και ήταν πάνω στα πλοία, ο Μανόλης και οι άνθρωποι του, το μοίρασαν στους πιο φτωχούς Καρυστινούς.
Περισσότεροι από 20 πειρατές, κυρίως οι πιο μεγάλοι στην ηλικία δέχτηκαν με χαρά την πρόταση του Νοράν, οι υπόλοιποι αποφάσισαν φύγουν.

Η κατάσταση στον κάμπο της Καρύστου, συγκέντρωνε όλο το ενδιαφέρον της πόλης. Ένας νέος κτηματίας, κυριαρχούσε στην Κάρυστο και μάλιστα με ανθρώπινη συμπεριφορά. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της νότιας πλευράς της Όχης, του ψηλού βουνού της Καρύστου, βλέπανε με συμπάθεια το Νοράν και τον αποκαλούσαν «ο κυρ’ Μανόλης ο άρχοντας».


Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Χαρτζάννα, η Βασίλισσα - Κεφάλαιο 3

Εν τω μεταξύ, η Ροδιά έφτασε στο σπίτι της Ελένης και βρήκε μόνο πτώματα. Βάλθηκε λοιπόν όλη τη νύχτα να σκάβει τάφους για να θάψει τρεις ανθρώπους και ανάμεσα τους και το Σέργιο. Την άλλη μέρα το πρωί, ξεκίνησε να πάει το μήνυμα στον άρχοντα Μιχαήλ. Όταν έφτασε στο παλάτι, ύστερα από τρεις ώρες περπάτημα, ο Μιχαήλ τη δέχθηκε αμέσως και αυτή του είπε όσα γνώριζε. Ένα ήταν σίγουρο, ότι ανάμεσα στους νεκρούς δεν υπήρχε η Ελένη και η Χαρτζάννα.

Ο Μιχαήλ έστειλε αμέσως ένα απόσπασμα να ψάξουν να βρουν το ληστή  χωρίς να γνωρίζει ποίος είναι στην πραγματικότητα. Όλα όμως έδειχναν ότι ήταν ο Νοράν. Είχαν περάσει όμως, πάνω από 30 ώρες από τα φονικά και κανείς δεν σκέφθηκε ότι το τσιγγάνικο αμάξι που ταξίδευε ήσυχα για το νότο, είχε σχέση με τους δολοφόνους στο σπίτι της Ελένης. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες, το απόσπασμα έψαξε την περιοχή, χωρίς αποτέλεσμα. Ο Μιχαήλ τότε επικήρυξε το Νοράν για πολύ χρυσάφι σ’ όποιον κατάφερνε να δώσει πληροφορίες για αυτόν, την Ελένη και κυρίως για τη Χαρτζάννα.  Δυστυχώς όμως για τον άρχοντα, δεν υπήρξε θετικό αποτέλεσμα.Ο Μιχαήλ κράτησε τη Ροδιά στο παλάτι σαν υπηρέτρια, μιας και δεν είχε που αλλού να πάει.

Το ταξίδι κράτησε περίπου δέκα μέρες και όταν ο Νοράν είδε από ψηλά, την Κάρυστο και το μεγάλο βουνό, την Όχη, που την προστάτευε από τα βορινά, τον τεράστιο όρμο από τα νότια, το μεγάλο κάμπο, τις πολλές πηγές που αναβλύζανε ακόμη και πάνω στο δρόμο, εντυπωσιάσθηκε πολύ. Αποφάσισε λοιπόν να εγκατασταθεί εκεί, σαν ένας πλούσιος βυζαντινός που έμοιαζε για καλό και τίμιο άνθρωπο, που κανείς εκεί, εκτός του αδελφού του, δεν τον γνώριζε. Λίγο πριν φτάσουνε στην πόλη της Καρύστου, ο Νοράν ή ο Μανόλης όπως ήθελε  να τον λένε, είπε στις γυναίκες να βγάλουν τα τσιγγάνικα ρούχα και να φορέσουν τα κανονικά τους, γιατί δεν ήθελε να τους περνούν για τσιγγάνους, αλλά σαν μια βυζαντινή χριστιανική οικογένεια. Αμέσως τροποποίησε και το αμάξι, όσο μπορούσε, για να μοιάζει λιγότερο με τσιγγάνικο βγάζοντας τις κορδέλες και τα λιλιά από αυτό.

Όταν έφτασε στην Κάρυστο, πήγε στο κέντρο της πόλης και ρώτησε που μπορούσε να αγοράσει ένα κτήμα στο κάμπο. Ρώτησε και για το χωριό, που ήταν ο αδελφός του και έμαθε ότι ήταν σ’ ένα χωριό του ακρωτηρίου του Καφηρέα, που απείχε  3 - 4  ώρες με τ’ άλογο από τον κάμπο της Καρύστου, πολύ κοντά στο σημερινό χωριό του Πλατανιστού, αλλά δεν βιάστηκε να πάει να τον βρει. Με τα χρήματα που είχε, μπορούσε άνετα να αγοράσει ένα μεγάλο κτήμα. Πραγματικά αγόρασε μια περιοχή γύρω στα 40 στρέμματα, μέσα σχεδόν στο κάμπο που είχε δική του πηγή και έψαξε να βρει κτιστάδες για να κτίσουν ένα μεγάλο σπίτι για να εγκατασταθούν. Οι Καρυστινοί και οι Ιλλυριοί που δούλευαν στην Κάρυστο ξεκίνησαν να κτίζουν το σπίτι του κυρ Μανόλη.

Όσο καιρό κτιζόταν το σπίτι ο Μανόλης είχε αγοράσει ένα μικρό σπίτι στο διπλανό χωρίο, (σημερινή Λάλα) και εγκατέστησε τις γυναίκες που είχε μαζί του και έμεναν προσωρινά, όλοι μαζί. Εν τω μεταξύ οι Καρυστινοί, την Ελένη τη θεωρούσαν γυναίκα του Μανόλη, ο οποίος τη συνόδευε κανονικά στην εκκλησία, μαζί με το κοριτσάκι τους. Η Ελβίρα δεν πήγαινε σχεδόν καθόλου στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε σε τίποτα. Ο Μανόλης χωρίς πολλά ζόρια δεν άργησε να πείσει την Ελένη να γίνει γυναίκα του και της υποσχέθηκε ότι θα ήταν ένα καλός χριστιανός, σύζυγος και πατέρας για τη Χαρτζάννα. Μάλιστα το γάμο του δεν τον έκανε στην Κάρυστο. Πήρε την Ελένη με την άμαξα και πήγαν σ’ ένα  χωριό κοντά στα σημερινά Στύρα και παντρεύτηκαν σ’ ένα εκκλησάκι της Παναγίας.

Ο καιρός περνούσε και ο κυρ Μανόλης, πήρε εργάτες που άρχισαν να του καλλιεργούν το κτήμα που είχε αγοράσει, ενώ παράλληλα κτιζόταν το σπίτι του. Η συμπεριφορά του, προς τους εργάτες που είχε στα κτήματα και στο κτίσιμο του σπιτιού ήταν άψογη. Ήταν συμπεριφορά ενός καλού αφεντικού που έδειχνε να εκτιμάει τους εργαζόμενους και να τους αμείβει με το παραπάνω....

Όλοι στην περιοχή του κάμπου της Καρύστου, έλεγαν το Νοράν άρχοντα. Όλοι έλεγαν πως ήταν Βυζαντινός άρχοντας που είχε φύγει από την Κωνσταντινούπολη.
Αυτό το συμπέραναν από την άψογη βυζαντινή συμπεριφορά του, μιας  και ήταν αξιωματικός στο βυζαντινό στρατό και γνώριζε πολύ καλά, τη βυζαντινή νοοτροπία.
Φυσικά ο ίδιος ο Νοράν, όχι μόνο δεν διέψευδε τις φήμες που κυκλοφορούσαν για αυτόν, αλλά τις ενίσχυε, διηγούμενος ιστορίες από την Κωνσταντινούπολη. Άφησε να κυκλοφορήσει η φήμη, ότι η υγεία της γυναίκας του, δεν άντεχε την υγρασία της Κωνσταντινούπολης και αποφάσισε να αλλάξει τόπο για λόγους υγείας.
Όταν  τελείωσε το χτίσιμο του σπιτιού, κάλεσε όλους του γείτονες και τους εργάτες του, σ’ ένα μεγάλο γλέντι. Εκεί, ανακοίνωσε ότι το κτήμα του, θα λεγόταν χαρτζάνι  από το όνομα της κόρης του, Χαρτζάννας.
Το σπίτι στην πραγματικότητα, ήταν ένα μικρός πύργος και το ονόμασε το  Κάστρο της Χαρτζάννας.

(Σήμερα μερικοί ισχυρίζονται, ότι ένα εγκαταλελειμμένο χάλασμα που υπάρχει εκεί γύρω, μπορεί να είναι το κάστρο της Χαρτζάννας).




Χαρτζάννα, η Βασίλισσα - Κεφάλαιο 2

Ο Νοράν αφού εξήγησε στην Ελβίρα, τι ακριβώς είχε συμβεί, την προέτρεψε να φύγουν το δίχως άλλο, για πιο σιγουριά και να πάνε σ’ άλλο τόπο, που δεν θα του γνώριζε κανείς. Η Ελβίρα στην αρχή είχε τις αντιρρήσεις της και φοβόταν το άγνωστο ταξίδι, αλλά τελικά συμφώνησε να φύγουν, όσο γίνεται πιο γρήγορα, για κάπου μακριά που να μη τους πιάσει ο στρατός του Μιχαήλ. Το πρόβλημα τους, ήταν να διαλέξουν ένα τόπο να μείνουν, που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα πλούτη που είχαν μαζέψει και να ζήσουν ειρηνικά σαν άρχοντες.

Τότε ο Νοράν έκανε την πρόταση, να πάνε κοντά στον τρίτο αδελφό που είχαν το Σαμάν, που ζούσε σ’ ένα χωρίο της Καρύστου, στη Νότιο Εύβοια. Στο μέρος αυτό, δεν θα μπορούσε να φτάσει ο στρατός του Μιχαήλ, διότι δεν είχε τέτοια δικαιοδοσία, από την άλλη πλευρά υπήρχαν αρκετοί Ιλλυριοί (Αλβανοί) στην περιοχή που μπορούσε να τους ξεσηκώσει σε μια δύσκολη κατάσταση. Η Ελένη είχε κατατρομάξει και στην ουσία δεν έφερε καμία αντίρρηση στο Νοράν. Φρόντισε όμως να πάρει μαζί της, όσα στοιχεία μπορούσε που απεδείκνυαν την πριγκηπική καταγωγή της Χαρτζάννας, δηλαδή κάποια κοσμήματα της μητέρας της, και ιδιαίτερα ένα σταυρό χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικογενείας των Κομνηνών και άλλα δώρα από τον πατέρα της.

Ο Νοράν και η Ελβίρα μάζεψαν τα χρήματα και τα πολύτιμα αντικείμενα που είχαν και τα φόρτωσαν στην άμαξα της Ελένης. Ο Νοράν έβαλε στην άμαξα την Ελένη, το κοριτσάκι και την Ελβίρα έδεσε στην καρότσα και τα δύο άλογα, του πεθαμένου συντρόφου του και το δικό του και ξεκίνησε αμέσως για το Νότο. Αφού είχαν ταξιδέψει περισσότερο από μια ημέρα, πέρασε από ένα τσιγγάνικο καταυλισμό και αγόρασε μια χαρακτηριστική τσιγγάνικη άμαξα και τσιγγάνικα ρούχα για όλους τους. Ο Νοράν έζεψε  δυο άλογα  στην τσιγγάνικη καρότσα, την καρότσα της Ελένης την κουμαντάρισε για λίγο διάστημα η Ελβίρα, μέχρι που φτάσανε  σε ένα απόμερο σημείο.

Στο σημείο αυτό, ο Νοράν μετέφερε ότι πολύτιμο είχε η καρότσα της Ελένης στην τσιγγάνικη άμαξα, που ήταν κλειστή από πάνω σαν σπιτάκι και έδεσε το  άλογο της Ελένης στο πίσω μέρος της άμαξας. Έτσι ταξίδευαν με την τσιγγάνικη άμαξα με δύο άλογα που έκανε το ταξίδι πιο σίγουρο και είχαν και ένα ακόμη ξεκούραστο άλογο.

Ο Νοράν είπε στις γυναίκες να φορέσουν τα τσιγγάνικα ρούχα και να κρύψουν τα δικά τους, ώστε και από την εμφάνιση τους να δείχνουν ότι πρόκειται για τσιγγάνικη οικογένεια. Αμέσως μετά, έβαλε φωτιά στην καρότσα της Ελένης και την έκαψε κυριολεκτικά, σβήνοντας κάθε ίχνος που θα έβαζε σε υπόνοια κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, για τη ληστεία που είχε κάνει.              

Η Ελένη είχε σαν μόνη της φροντίδα τη Χαρτζάννα και έτρεμε από το φόβο της, βλέποντας το Νοράν. Ο Νοράν για να σβήσει τα ίχνη της αποτρόπαιας  πράξης του, αποφάσισε να αλλάξει όνομα. Πήρε χριστιανικό όνομα και ονομάστηκε Μανόλης Χατζηεμμανουήλ. Διάλεξε το επώνυμο Χατζηεμαννουηλ για να δώσει περισσότερο «χριστιανισμό» στο πρόσωπο του, ότι τάχα είχε επισκεφθεί τους άγιους τόπους και είχε βαπτισθεί στον Ιορδάνη ποταμό. Στην αδελφή του, έδωσε το όνομα Ελπίδα και όλη πλέον ήταν μια χριστιανική οικογένεια.

Ο Νοράν έδειχνε, άριστη συμπεριφορά προς την Ελένη και το κοριτσάκι και φρόντιζε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού να μη τους λείπει τίποτα. Ήταν φανερό, ότι ο Νοράν συμπαθούσε πολύ την Ελένη και θα την ήθελε πολύ για γυναίκα του. Εντούτοις δεν επιχείρησε να τη βιάσει, άφηνε λίγο λίγο με τον καιρό να κερδίσει τη συμπάθεια της. Από την άλλη πλευρά, η Ελβίρα άρχισε να ενδιαφέρεται για τη Χαρτζάννα, γιατί ξαφνικά βρήκε ένα παιδί από το πουθενά και μάλιστα κορίτσι.
Το ημερολόγιο έδειχνε 10/04/1003. Η Χαρτζάννα ήταν τότε περίπου τριών  χρόνων και έβλεπε την Ελβίρα σαν γιαγιά της και της έδειχνε συμπάθεια. Το καραβάνι του Νοράν, περνούσε σαν τσιγγάνικο και όπου σταμάταγαν τους περνούσαν σαν ανδρόγυνο το Νοράν και την Ελένη που είχαν παιδί τους, τη Χαρτζάννα και τη  γιαγιά Ελβίρα, μητέρα της Ελένης...